αντιασφυξιογόνος

αντιασφυξιογόνος
η , ο [ος , ον ] противогазовый;

αντιασφυξιογόνη προσωπίδα — противогаз


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "αντιασφυξιογόνος" в других словарях:

  • αντιασφυξιογόνος — α, ο. αυτός που εμποδίζει τη δηλητηρίαση από τοξικά αέρια ή ατμούς …   Dictionary of Greek

  • αντιασφυξιογόνος — α, ο αυτός που προστατεύει από τα δηλητηριώδη αέρια: Οι στρατιώτες έχουν για ώρα ανάγκης αντιασφυξιογόνες προσωπίδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναπνευστήρας — Συσκευή που επιτρέπει στον άνθρωπο να αναπνέει, παρότι απομονώνει το αναπνευστικό σύστημα από το εξωτερικό περιβάλλον και παρέχει τον απαιτούμενο αέρα από άλλη οδό. Υπάρχουν δύο τύποι α.: ο α. ανοιχτού κυκλώματος, στον οποίο ο εκπνεόμενος αέρας… …   Dictionary of Greek

  • βιολογία — Επιστήμη που ερευνά τους γενικούς νόμους που διέπουν τη ζωή. Ο όρος χρησιμοποιείται άλλοτε με την έννοια της επιστήμης που ερευνά τις σχέσεις μεταξύ των ζωντανών οργανισμών και του περιβάλλοντός τους και άλλοτε με την έννοια της επιστήμης που… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»